Το τελευταίο διάστημα, το κλίμα στο στρατόπεδο του Παναθηναϊκού είχε αρχίσει να βαραίνει επικίνδυνα. Η αγωνιστική εικόνα δεν έπειθε, η αμφισβήτηση μεγάλωνε και η πίεση προς τη διοίκηση είχε γίνει πλέον δημόσια και έντονη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπου οι προσδοκίες συγκρούονταν με την πραγματικότητα και η ανάγκη για άμεση αντιστροφή του κλίματος ήταν επιτακτική, η επιλογή μιας ηχηρής μεταγραφικής κίνησης έμοιαζε περισσότερο με επικοινωνιακή αναγκαιότητα παρά με απλή αγωνιστική ενίσχυση.
Σε αυτή την πίεση συνέβαλαν πολλοί παράγοντες. Ανάμεσά τους και η εικόνα του Ολυμπιακού, ο οποίος κινήθηκε μεθοδικά και υποδειγματικά στο χειμερινό μεταγραφικό παζάρι, ενισχύοντας το ρόστερ του με στοχευμένες κινήσεις και εκπέμποντας σταθερότητα σε όλα τα επίπεδα. Η σύγκριση, αναπόφευκτα, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ανάγκη αντίδρασης στην απέναντι πλευρά.
Με το μεγαλύτερο budget στην Ευρώπη (και με όλα τα βασικά ζητήματα λυμένα, από το γηπεδικό, μετά την εξασφάλιση του ΟΑΚΑ και τη διεξαγωγή του Final Four στην έδρα του) και πλέον με την προσθήκη του Χέιζ Ντέιβις, στον Παναθηναϊκό έχουν διαμορφώσει οι ίδιοι για τον εαυτό τους ένα πλαίσιο όπου θεωρούν ότι διαθέτουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να φτάσουν μέχρι το τέλος.
Όχι απλώς ως ένας από τους διεκδικητές, αλλά ως μια ομάδα που έχει επενδύσει τα πάντα για να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες που η ίδια έχει δημιουργήσει. Σε τέτοιες συνθήκες, η πίεση δεν έρχεται απ’ έξω. Δημιουργείται εσωτερικά. Όταν έχεις επενδύσει περισσότερα από κάθε άλλον, όταν έχεις εξασφαλίσει το πλεονέκτημα της έδρας στο Final Four και όταν ενισχύεσαι με έναν παίκτη που θεωρείται κομβικός, τότε δεν υπάρχει χώρος για ενδιάμεσες ερμηνείες. Ο στόχος είναι ένας. Και η ευθύνη είναι απόλυτη. Όταν χρίζεσαι φαβορί, δεν υπάρχει χώρος για δικαιολογίες.
Από το «άκυρο» στην υπογραφή και η δημόσια παραδοχή
Η εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης είχε και μια επικοινωνιακή διάσταση που δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο ίδιος ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος είχε παραδεχθεί δημόσια πως ο παίκτης αρχικά είχε αρνηθεί την πρόταση του Παναθηναϊκού, με σχετικές αναρτήσεις και τοποθετήσεις που αποτύπωναν την κατάσταση εκείνης της περιόδου.

Χαρακτηριστική ήταν η φράση που δημοσίευσε στα social media:
«Τι γκίνια είναι αυτή που τρώμε ρε συ. Δύο στις δύο υπογραφές τις έχουμε βάλει στον κ@λ@ μας».
Μια τοποθέτηση που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας για το πώς εξελίσσονταν τότε οι διαπραγματεύσεις και για το κλίμα που επικρατούσε. Τελικά, η συμφωνία επετεύχθη και ο παίκτης υπέγραψε, αλλά η διαδρομή μέχρι εκεί είχε ήδη καταγραφεί δημόσια, δημιουργώντας ένα σαφές πλαίσιο γύρω από την υπόθεση.
Το φυσικό επακόλουθο…
Η EuroLeague δεν συγχωρεί. Και η ιστορία της έχει δείξει πως όταν μια ομάδα μπαίνει ως φαβορί, ειδικά με τέτοια δεδομένα υπέρ της, τότε κρίνεται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα. Ο Παναθηναϊκός πλέον δεν κυνηγά απλώς μια υπέρβαση. Κυνηγά την επιβεβαίωση του ρόλου που ο ίδιος έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η πίεση δεν είναι κάτι που επιβάλλεται απ’ έξω. Είναι το φυσικό επακόλουθο των επιλογών και των προσδοκιών που έχουν ήδη τεθεί.
Η σεζόν βρίσκεται πλέον σε ένα σημείο όπου οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα περιθώρια στενεύουν. Οι μεταγραφές, τα budgets και τα πλεονεκτήματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις, αλλά δεν καθορίζουν το αποτέλεσμα. Αυτό θα κριθεί στο παρκέ. Και φέτος, περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, ο Παναθηναϊκός είναι η ομάδα που έχει τοποθετηθεί στη θέση όπου το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο με βάση την προσπάθεια, αλλά αποκλειστικά με βάση την κατάληξη.
Γιατί όταν έχεις δημιουργήσει τις συνθήκες του απόλυτου φαβορί, τότε η ευθύνη δεν μοιράζεται. Ανήκει αποκλειστικά σε εσένα.
Υ.Γ. Το ποστ για Ντέιβις δεν θα κατέβει, ούτε θα σβηστούν σχόλια. Μια φορά στο τόσο χαίρεστε, είναι κρίμα να σας το κόψουμε..

