Η συζήτηση για την αύξηση των ξένων παικτών στο ελληνικό βόλεϊ δεν είναι μια θεωρητική κουβέντα, που γίνεται απλώς για να… γίνεται. Είναι μια απόφαση, που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά το παρόν, αλλά και κυρίως το μέλλον του αθλήματος στην Ελλάδα!
Η προοπτική να αυξηθεί ο αριθμός των ξένων από τέσσερις σε πέντε έχει ανοίξει μεγάλη κουβέντα και έχει σηκώσει αντιδράσεις. Από τη μία πλευρά, αρκετοί θεωρούν ότι μια τέτοια αλλαγή θα δώσει στις ομάδες τη δυνατότητα να δημιουργήσουν πιο δυνατά και ανταγωνιστικά ρόστερ. Αυτό, θα μπορούσε να βοηθήσει τους ελληνικούς συλλόγους να παρουσιαστούν πιο ισχυροί στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και ταυτόχρονα, να ανεβάσει συνολικά το επίπεδο του πρωταθλήματος. Μεγάλα ονόματα ξένων αθλητών, άλλωστε, διαφημίζουν το άθλημα.
Από την άλλη πλευρά, μέσω του ΠΑΣΑΠ, οι αθλητές έχουν εκφράσει ανησυχίες. Ο βασικός προβληματισμός τους είναι, ότι η αύξηση των ξένων ενδέχεται να περιορίσει τις ευκαιρίες των Ελλήνων παικτών. Πρόκειται για μια εύλογη ανησυχία, ωστόσο η πραγματικότητα είναι άλλη.
Οι περισσότερες ομάδες αντιμετωπίζουν ήδη ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: δεν υπάρχει μεγάλος αριθμός Ελλήνων παικτών, που να μπορούν να καλύψουν τις απαιτήσεις ενός πλήρους και ανταγωνιστικού ρόστερ 14 αθλητών. Πρόκειται για μια διαπίστωση που κάνουν εδώ και χρόνια, τόσο οι διοικήσεις των συλλόγων όσο και οι ίδιοι οι αθλητές.
Αν επιχειρήσει κανείς μια σύγκριση με άλλα αθλήματα, τα συμπεράσματα είναι ενδιαφέροντα. Στο μπάσκετ, για παράδειγμα, οι ομάδες έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν έως έξι ξένους παίκτες στη δωδεκάδα τους, δηλαδή περίπου το μισό ρόστερ. Αυτό το μοντέλο δεν εμπόδισε την ανάπτυξη του ελληνικού μπάσκετ. Αντίθετα, συνέβαλε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας του πρωταθλήματος, στην προσέλκυση ενδιαφέροντος και στη συνολική αναβάθμιση του προϊόντος.
Στο βόλεϊ, αντίθετα, το όριο των τεσσάρων ξένων σε ρόστερ 14 παικτών παραμένει χαμηλό. Κάτι που για πολλούς, κρατά το άθλημα σε πιο «στενά» όρια εξέλιξης.
Παράλληλα, υπάρχει και ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ελληνικής πραγματικότητας στο βόλεϊ. Δεν είναι λίγοι οι αθλητές που συνεχίζουν να αγωνίζονται σε υψηλό επίπεδο ακόμη και μετά τα 40 τους χρόνια. Σε άλλα ομαδικά αθλήματα, όπως το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το πόλο ή το χάντμπολ, κάτι τέτοιο συμβαίνει σαφώς πιο σπάνια. Το γεγονός αυτό συνδέεται σε μεγάλο βαθμό και με τη δομή της αγοράς και τον βαθμό ανανέωσης του αθλήματος.
Όταν όμως ένα πρωτάθλημα δεν αυξάνει τον ανταγωνισμό του και δεν δημιουργεί νέες συνθήκες εξέλιξης, δύσκολα μπορεί να προσελκύσει τις νεότερες γενιές. Οι νέοι αθλητές αναζητούν αθλήματα που εξελίσσονται, που έχουν μεγαλύτερη προβολή και που συνοδεύονται από προοπτικές και επιτυχίες.
Στην εξίσωση υπάρχει και μια ακόμη σημαντική παράμετρος. Η ΕΣΑΠ έχει συνδέσει την αύξηση των ξένων παικτών με το ενδεχόμενο διεύρυνσης της Volley League από 10 σε 12 ομάδες. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο συνολικός αριθμός θέσεων για αθλητές όχι μόνο δεν θα μειωθεί, αλλά θα αυξηθεί.
Τελικά, το βασικό ερώτημα παραμένει: θα επιλέξει το ελληνικό βόλεϊ να διατηρήσει το υπάρχον μοντέλο ή θα προσπαθήσει να προχωρήσει σε μια πιο σύγχρονη λογική ανάπτυξης;
Σε αυτή τη συζήτηση σημαντικό ρόλο παίζει και η πολιτική βούληση για αλλαγές. Δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός, ότι ο υφυπουργός Αθλητισμού, Γιάννης Βρούτσης, δείχνει διάθεση να προχωρήσει σε παρεμβάσεις που μπορούν να βοηθήσουν τον ελληνικό αθλητισμό να εξελιχθεί. Μετά από χρόνια στασιμότητας, φαίνεται πως υπάρχει επιτέλους μια προσέγγιση που δεν φοβάται να ανοίξει τον δρόμο για μεταρρυθμίσεις, όταν αυτές κρίνονται απαραίτητες.
Γιατί στον αθλητισμό, όπως και σε κάθε ζωντανό οργανισμό, η εξέλιξη δεν έρχεται με την προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μέσα από αποφάσεις που κοιτούν μπροστά!
Και στο ελληνικό βόλεϊ, η στιγμή για αυτές τις αποφάσεις φαίνεται πως έχει ήδη φτάσει…

