Όταν τελείωσε ο τελικός στο ΟΑΚΑ και άρχισαν να κατεβαίνουν οι πρώτοι άνθρωποι στο παρκέ, όταν τα κασκόλ βγήκαν στον αέρα και οι φωνές έγιναν μία, υπήρχε για λίγα δευτερόλεπτα μία περίεργη αίσθηση. Όχι ανακούφισης. Όχι έκρηξης. Σχεδόν σαν σιωπή. Σαν εκείνη τη στιγμή που περιμένεις κάτι τόσο πολύ, που όταν τελικά έρχεται χρειάζεσαι λίγο χρόνο για να καταλάβεις ότι συνέβη.
Ο Ολυμπιακός ήταν ξανά πρωταθλητής Ευρώπης.
Αλλά αυτή η βραδιά δεν έμοιαζε με μία απλή επιστροφή στην κορυφή.
Έμοιαζε με το τέλος μιας μεγάλης εκκρεμότητας.
Γιατί αυτό που έγινε στο ΟΑΚΑ δεν είχε μόνο μπασκετική αξία. Είχε βάρος χρόνων. Είχε μέσα του όλα εκείνα τα βράδια που ο Ολυμπιακός είχε φτάσει τόσο κοντά ώστε να πονάει περισσότερο. Είχε μέσα του τις μεγάλες πορείες, τις πρωτιές, την αναγνώριση από όλη την Ευρώπη και εκείνη τη μόνιμη αίσθηση ότι κάτι έλειπε για να κλείσει πραγματικά ο κύκλος.
Και γι’ αυτό αυτή η Ευρωλίγκα έμοιαζε να αξίζει περισσότερο από μία Ευρωλίγκα.
Όταν το βάρος γίνεται μεγαλύτερο από το όνειρο
Για χρόνια ο Ολυμπιακός έχτιζε κάτι που σπάνια συναντάς στον σύγχρονο αθλητισμό. Δεν ήταν μία ομάδα που εμφανίστηκε, έκανε μια υπέρβαση και εξαφανίστηκε. Ήταν ένας οργανισμός που έμενε εκεί. Που κάθε χρόνο επέστρεφε. Που κάθε χρόνο έμπαινε στη συζήτηση. Που κάθε χρόνο έδινε την αίσθηση ότι βρίσκεται ένα βήμα πριν.
Κάποια στιγμή όμως η συνέπεια γίνεται βάρος.
Γιατί σταματούν όλοι να σε χειροκροτούν για την παρουσία και αρχίζουν να απαιτούν το τρόπαιο.
Και εκεί ακριβώς βρέθηκε ο Ολυμπιακός.
Πρώτος στη regular season. Με το καλύτερο μπάσκετ στο μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς. Με προπονητή που είχε ήδη αφήσει αποτύπωμα στην ιστορία της διοργάνωσης. Με ένα ρόστερ που είχε χτιστεί όχι για να διεκδικήσει, αλλά για να πάρει την κορυφή.
Και μαζί με όλα αυτά, με ένα βάρος που γινόταν όλο και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Το «τώρα».
Το «αν όχι τώρα, πότε;».
Η πιο δύσκολη θέση στον αθλητισμό: να είσαι το φαβορί
Υπάρχει κάτι που συχνά δεν λέγεται.
Το να κυνηγάς είναι δύσκολο.
Το να πρέπει να επιβεβαιώσεις ότι είσαι ο καλύτερος είναι δυσκολότερο.
Ο Ολυμπιακός πήγε στο Final Four με κάτι που δεν είχε συνηθίσει να κουβαλά σε αυτόν τον βαθμό: τη βεβαιότητα των άλλων ότι πρέπει να το πάρει.
Και αυτό δεν συγχωρεί.
Γιατί ξαφνικά δεν παίζεις μόνο με αντίπαλο.
Παίζεις με το παρελθόν σου.
Με τις αναμνήσεις. Με τις προσδοκίες.
Με τη σκέψη ότι η αποτυχία θα ακυρώσει στα μάτια πολλών όσα προηγήθηκαν.
Αυτή τη φορά όμως δεν λύγισε. Δεν έπαιξε σαν ομάδα που φοβόταν να χάσει.
Έπαιξε σαν ομάδα που είχε κουραστεί να αφήνει ανοιχτές υποθέσεις.
Δεν ήταν απάντηση – ήταν κάτι μεγαλύτερο
Θα μπορούσε εύκολα κάποιος να το παρουσιάσει σαν δικαίωση.
Να το βαφτίσει επιστροφή.
Να το συνδέσει με κριτικές, αμφισβήτηση, συγκρίσεις.
Αλλά θα το αδικούσε.
Γιατί η δύναμη αυτής της κατάκτησης δεν ήταν ότι απάντησε.
Ήταν ότι δεν χρειάστηκε να απαντήσει.
Ο Ολυμπιακός δεν κατέκτησε την Ευρωλίγκα κοιτώντας απέναντι.
Την κατέκτησε κοιτώντας μπροστά.
Και εκεί βρίσκεται όλη η ουσία. Δεν πήρε μόνο μία κούπα. Πήρε πίσω χαμένες βραδιές.
Πήρε πίσω τελικούς που έμειναν στη μνήμη.
Πήρε πίσω εκείνη τη φράση που συνοδεύει κάθε μεγάλη ομάδα όταν δεν ολοκληρώνει αυτό που αξίζει: «ήταν καλή, αλλά…».
Το «αλλά» έσβησε.
Η κορυφή δεν ήταν το τέλος, ήταν η δικαίωση της διαδρομής
Ίσως σε λίγα χρόνια να μη θυμάται κανείς όλες τις λεπτομέρειες του τελικού.
Θα θυμάται όμως το συναίσθημα.
Θα θυμάται ότι αυτή δεν έμοιαζε με μια κανονική κατάκτηση.
Θα θυμάται ότι ο Ολυμπιακός δεν ανέβηκε απλώς στην κορυφή της Ευρώπης.
Ανέβηκε κουβαλώντας πάνω του χρόνια προσδοκιών και κατέβηκε από εκεί αφήνοντάς τες όλες πίσω.
Και γι’ αυτό η συγκεκριμένη βραδιά δεν θα μείνει μόνο ως άλλη μία κούπα στην τροπαιοθήκη.
Θα μείνει ως η νύχτα που ένας οργανισμός πήρε πίσω τον χρόνο.
Και κατάλαβε ότι τελικά υπήρχαν πράγματα που άξιζαν περισσότερο από μία Ευρωλίγκα.
