24/07/2026
ΜΠΑΣΚΕΤ ΣΛΑΪΝΤΕΡ

Ομπράντοβιτς, Διαμαντίδης, Αλβέρτης: «Ασέβεια» α λα καρτ και μνήμη με διακόπτη

Το άτυπο γραφείο τύπου του ερασιτέχνη Παναθηναϊκού μιλά για ασέβεια, την ώρα που ο πρόεδρός του όχι μόνο κατέβασε το λάβαρο του Μποντιρόγκα, αλλά έχει περάσει κατά καιρούς από όλα τα στάδια της αθλητικής… αναθεώρησης: πρώτα στοχοποίησε τον Ομπράντοβιτς, μετά έσπρωξε στην άκρη τον Διαμαντίδη, υποβάθμισε τον Αλβέρτη και στο τέλος θυμήθηκε ξανά και τους τρεις, όταν τους χρειάστηκε τους για να ξαναγραφτεί η ιστορία πιο βολικά.

 Η επιλεκτική μνήμη δεν είναι επιχείρημα. Είναι απλώς το σημείο όπου η πραγματικότητα κάνει λίγο στην άκρη για να περάσει το αφήγημα. Και η υποκρισία δεν γίνεται «θέση» επειδή την επαναλαμβάνεις πιο δυνατά από τους άλλους. Όταν πρόκειται για τον Ολυμπιακό, όλα βαφτίζονται σκάνδαλο. Όταν πρόκειται για τις δικές τους πράξεις, το αρχείο κλείνει, ο φωτισμός χαμηλώνει και ξαφνικά όλοι υποφέρουν από… απώλεια μνήμης.

Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο κείμενο είναι ότι δεν λειτουργεί ως ρεπορτάζ αλλά ως αφήγημα με προκαθορισμένο συμπέρασμα. Δεν ξεκινά από τα δεδομένα για να καταλήξει σε εκτίμηση. Ξεκινά από την εκτίμηση και μετά ψάχνει να τη ντύσει με λέξεις όπως «ασέβεια», «εξόντωση», «δολοφονία χαρακτήρα» και «βορά στον κόσμο». Με τόση δραματοποίηση, ο αναγνώστης δεν ενημερώνεται, απλώς μπαίνει σε mood trailer πριν καν δει την ταινία.

Αυτό ακριβώς κάνει το άρθρο του «έγκριτου»: χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις αντί για στοιχεία. Αντί να τεκμηριώσει, φουσκώνει. Αντί να εξηγήσει, κουνάει το δάχτυλο. Αντί να βάλει στο τραπέζι το πλήρες πλαίσιο, επιλέγει μόνο ό,τι ταιριάζει στη γραμμή που θέλει να περάσει. Έτσι δημιουργείται μια ψευδή αίσθηση βεβαιότητας, ενώ στην πραγματικότητα ο αναγνώστης επιχειρείται να οδηγηθεί σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο συμπέρασμα με έτοιμο συμπέρασμα και μηδέν ουσία.

Η μέθοδος είναι γνωστή: να παρουσιαστεί ο Ολυμπιακός ως ο μόνιμος ένοχος, ο σταθερός αποδέκτης κάθε ευθύνης, ο οργανισμός που υποτίθεται ότι φταίει για όλα, σε κάθε περίπτωση, σε κάθε χρονική στιγμή. Μόνο που μια τέτοια αφήγηση δεν αντέχει ούτε δύο λεπτά χωρίς να τρίζει. Γιατί όταν κάθε διαπραγμάτευση, κάθε διαφωνία, κάθε επαγγελματική εξέλιξη βαφτίζεται αυτόματα επίθεση ή ασέβεια, τότε δεν έχουμε δημοσιογραφική ανάλυση. Έχουμε ένα προαποφασισμένο κατηγορητήριο, με το συμπέρασμα ήδη τυπωμένο και το ρεπορτάζ να ακολουθεί απλώς από πίσω σαν κομπάρσος.

Και βέβαια, πίσω από αυτή τη διαρκή στοχοποίηση κρύβεται κάτι ακόμα πιο βολικό: η προσπάθεια να ξεπλυθεί η δική τους επικοινωνιακή ασυνέπεια. Όταν το ίδιο περιβάλλον μιλά σήμερα για σεβασμό, αλλά χθες υποβάθμιζε, συγκρουόταν ή χειριζόταν κατά το δοκούν πρόσωπα-σύμβολα όπως ο Ομπράντοβιτς, ο Διαμαντίδης και ο Αλβέρτης, τότε το πρόβλημα δεν είναι η μνήμη του κοινού. Είναι ότι η ιστορία τους δεν συμφωνεί πάντα με το αφήγημά τους. Κι αυτό, όσο κι αν προσπαθούν να το στρώσουν με μεγαλόστομες λέξεις, μένει εκεί και τους κοιτάει.

Το δημοσίευμα, λοιπόν, δεν ενδιαφέρεται να φωτίσει την αλήθεια. Ενδιαφέρεται να επιβάλει μια γραμμή. Να φορτίσει το κλίμα. Να παρουσιάσει την πλευρά του Ολυμπιακού ως μόνιμα επιλήψιμη και τη δική τους πλευρά ως δήθεν αλάνθαστη ή αδικημένη. Αυτό όμως δεν είναι ρεπορτάζ. Είναι επικοινωνιακή κατασκευή με ετικέτα “ανάλυση”. Και όταν η κατασκευή αυτή πατά πάνω σε επιλεκτική μνήμη, τότε το μόνο που αποκαλύπτει είναι το πόσο εύθραυστο είναι το ίδιο το αφήγημά τους.