23/07/2026
ΜΠΑΣΚΕΤ ΤΕΤΡΑΔΑ ΘΕΜΑΤΩΝ

Όταν η προπαγάνδα φοράει κοστούμι «ανάλυσης»

Μετά τη συζήτηση για τη μνήμη, τα πρόσωπα και την επιλεκτική επίκληση του σεβασμού, μένει ένα πιο βασικό ζήτημα: πώς ακριβώς στήνεται ένα αφήγημα όταν θέλει να περάσει για ρεπορτάζ. Στην περίπτωση που ακολουθεί, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι λέγεται, αλλά ο τρόπος που λέγεται. Γιατί όταν οι βαριές λέξεις προηγούνται των στοιχείων, το αποτέλεσμα δεν είναι ανάλυση. Είναι καλοστημένη εντύπωση.

Το κείμενο που κυκλοφόρησε και ήδη σχολιάσαμε δεν είναι ανάλυση. Είναι ένα καλοφτιαγμένο αφήγημα με ξεκάθαρη στόχευση: να εμφανίσει την ΚΑΕ Ολυμπιακός ως έναν μηχανισμό που «συντρίβει» όποιον τολμήσει να ζητήσει εξηγήσεις, να διεκδικήσει τον ρόλο του ή να διαπραγματευτεί επαγγελματικά. Μόνο που, όταν αφήσεις στην άκρη τις βαριές λέξεις και τα δραματικά σχήματα, αυτό που μένει είναι μια σειρά από μονομερείς ερμηνείες, επιλεκτικές αναφορές και προφανή προσπάθεια να χτιστεί επικοινωνιακό τέχνασμα πάνω σε αθλητικές υποθέσεις.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι το άρθρο του… έγκριτου δεν παραθέτει ισοδύναμα όλες τις πλευρές. Παρουσιάζει ως δεδομένο ότι οι αθλητές “στοχοποιούνται” επειδή ζητούν κάτι, αλλά δεν αποδεικνύει ποτέ ότι οι περιπτώσεις αυτές εξελίχθηκαν όπως περιγράφονται. Αντί για τεκμηρίωση, χρησιμοποιεί φορτισμένες φράσεις όπως «δολοφονία χαρακτήρα», «εξόντωση προσωπικότητας» και «βορά στον κόσμο», ώστε να μετατρέψει μια διαφωνία για ρόλο, συμβόλαιο ή επόμενη μέρα σε ηθικό κατηγορητήριο εναντίον ενός ολόκληρου οργανισμού.

Πού στηρίζεται η προπαγάνδα

Το βασικό επικοινωνιακό τέχνασμα είναι η γενίκευση. Από μεμονωμένες υποθέσεις, το κείμενο στήνει έναν κανόνα: όποιος έχει άποψη στον Ολυμπιακό, “τιμωρείται”. Έτσι, διαφορετικές περιπτώσεις, με διαφορετικά δεδομένα, διαφορετικές χρονικές συγκυρίες και διαφορετικές διαπραγματεύσεις, μπαίνουν όλες στο ίδιο καλούπι για να υπηρετήσουν το ίδιο συμπέρασμα. Αυτό είναι ξεκάθαρα κατασκευή εντυπώσεων.

Δεύτερο τέχνασμα είναι η αντιστροφή των ρόλων. Οι συζητήσεις για συμβόλαια, ρόλους και επαγγελματικές επιλογές παρουσιάζονται σαν πράξεις ασέβειας από την πλευρά των αθλητών, ενώ η πλευρά της ομάδας εμφανίζεται σχεδόν σαν αυθεντία που δεν οφείλει να λογοδοτεί. Με αυτό τον τρόπο, η φυσιολογική λειτουργία ενός επαγγελματικού συλλόγου βαφτίζεται αυταρχισμός, μόνο και μόνο επειδή εξυπηρετεί ένα συγκεκριμένο αφήγημα.

Οι τρεις περιπτώσεις

Στην υπόθεση Σλούκα, το δημοσίευμα χτίζει μια ιστορία όπου ο παίκτης φέρεται να τιμωρήθηκε επειδή «ζήτησε ξεκαθάρισμα». Όμως το ερώτημα για τον ρόλο και το μέλλον ενός αθλητή είναι απολύτως θεμιτό σε κάθε επαγγελματικό περιβάλλον. Το να το μετατρέπεις σε κατηγορία “αχαριστίας” είναι επικοινωνιακή υπερβολή, όχι σοβαρή ανάλυση.

Στην περίπτωση Πετρούσεφ, το κείμενο επιχειρεί να διαβάσει κάθε δημόσια τοποθέτηση ως εχθρική πράξη απέναντι στην ομάδα. Όμως οι μεταγραφικές και αγωνιστικές εξελίξεις σε ένα ρόστερ δεν είναι συνωμοσία. Είναι μέρος του παιχνιδιού και της αγοράς. Το να παρουσιαστεί η αντίδραση μιας ομάδας σαν “κυνήγι” του παίκτη είναι ένας βολικός τρόπος να δραματοποιείται το αυτονόητο.

Στον Ουόκαπ, η υπερβολή ξεπερνάει κάθε όριο. Από τη μία, το δημοσίευμα θυμάται εικόνες συμβολικής ένταξης, από την άλλη μιλά για “απόλυτη απαξίωση” και για επιβολή που υποτίθεται πως ακυρώνει κάθε προσωπική επιλογή. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο απλή: ένας αθλητής με ισχυρή παρουσία και συγκεκριμένη αγωνιστική αξία βρίσκεται σε διαπραγμάτευση για το επαγγελματικό του μέλλον. Αυτό δεν είναι σκάνδαλο. Είναι κανονικότητα.

Τι προσπαθεί να πετύχει

Το άρθρο δεν θέλει απλώς να σχολιάσει. Θέλει να επηρεάσει. Να δημιουργήσει κλίμα, να φορτίσει τον αναγνώστη, να τον βάλει να δει κάθε επόμενη κίνηση του Ολυμπιακού μέσα από έναν φακό “κακοποίησης” και “εξόντωσης”. Και όταν ένα αφήγημα στηρίζεται περισσότερο σε εντάσεις, συνθήματα και ψυχολογικούς χαρακτηρισμούς παρά σε καθαρά δεδομένα, τότε εξυπηρετεί περισσότερο την προπαγάνδα παρά την ενημέρωση.

Αυτό που αποφεύγει συστηματικά το δημοσίευμα είναι το πιο απλό: ότι οι μεγάλες ομάδες λειτουργούν με υψηλές απαιτήσεις, σκληρές αποφάσεις και ξεκάθαρη ιεραρχία. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιλογές, χειρισμούς ή τόνους. Άλλο όμως η κριτική και άλλο η κατασκευή ενός μόνιμου μύθου περί “απανθρωπιάς” για να κερδηθούν εντυπώσεις.

Συμπέρασμα

Το ζητούμενο δεν είναι να μην ασκείται κριτική. Το ζητούμενο είναι να γίνεται με στοιχεία, συνέπεια και μέτρο. Όταν όμως η κριτική μετατρέπεται σε μονόπλευρη δραματοποίηση, τότε δεν μιλάμε για ρεπορτάζ αλλά για αφήγημα με σκοπιμότητα. Και αυτό ακριβώς κάνει το συγκεκριμένο κείμενο: επιχειρεί να ντύσει με σοβαρότητα μια προαποφασισμένη θέση.