Το Red Alert και ο Δημήτρης Σπηλιόπουλος φιλοξένησαν στο Amerikanos24TV τον Βασίλη Τοροσίδη σε μια κουβέντα γεμάτη Ολυμπιακό. Ο παλαίμαχος διεθνής μπακ μιλά για τον φετινό Ολυμπιακό, τη μεγάλη πρόκριση στο Champions League, τον Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ και όλα όσα απασχολούν την ομάδα, ανοίγοντας την καρδιά του στην εκπομπή των «ερυθρόλευκων».
Για το αν ανήκει στους καλύτερους παίκτες που πέρασαν από τον Ολυμπιακό:
«Καταρχάς θέλω να ευχαριστήσω τον κόσμο. Η αγάπη που έχω πάρει από τον κόσμο του Ολυμπιακού είναι τεράστια. Πιστεύω ότι ο κόσμος ήξερε πως πάντα θα ίδρωνα τη φανέλα, είτε ήμουν καλός είτε κακός. Ήξερε ότι ήμουν εκεί για να παλεύω και να μάχομαι. Δεν ήμουν από τους μεγαλύτερους παίκτες που πέρασαν ποτέ από τον Ολυμπιακό – έχουν περάσει πολλοί και σπουδαιότεροι. Δεν ξέρω αν θα έβαζα τον εαυτό μου στην καλύτερη δεκάδα, αλλά θεωρώ ότι ο κόσμος μιλάει για μένα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο».
Για το πόσες θέσεις άλλαξε στην καριέρα του:
«Όταν ήρθα στον Ολυμπιακό ήμουν μικρός, 21 χρονών. Πάντα έλεγα ότι θέλω να παίζω δεξί μπακ ή, στη χειρότερη, στόπερ. Ήθελα να έχω μια ταυτότητα. Όμως επειδή ήμουν μικρός, όταν μου ζητούσαν να παίξω σε άλλη θέση, έκανα το αυτονόητο. Ο Βαλβέρδε με έβαλε δεξί εξτρέμ στη Γαλατά, ο Ζίκο με έβαλε μέχρι και δεκάρι. Ήταν δύσκολο, ήταν ιερόσυλο για μένα, αλλά ποτέ δεν είπα σε προπονητή ότι δεν θέλω να παίξω κάπου. Αυτό βοηθούσε την ομάδα και τον προπονητή. Δεν ξέρω αν με βοηθούσε εμένα, αλλά με ένοιαζε μόνο να βοηθάω την ομάδα. Μόνο τερματοφύλακας δεν έπαιξα».
Για την απόφαση του να αποσυρθεί:
«Όταν σταμάτησα ήμουν συνειδητοποιημένος. Θεωρώ ότι είχα ακόμη 1-2 χρόνια. Σταμάτησα στα 35, στην Ελλάδα το βλέπουν μεγάλο, αλλά στο εξωτερικό παίζουν μέχρι τα 40. Έκρινα όμως ότι ήταν σωστό να φύγω για να πάρουν σειρά τα νέα παιδιά. Με είχαν κουράσει και οι αποστολές. Υπήρχε και μια θέση στην ομάδα όπου ήμουν σαν «ποδοσφαιριστής χωρίς να παίζω». Ήμουν στην ομάδα, αλλά είχα κουραστεί. Ήθελα να αποσυρθώ για να αφοσιωθώ στον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Άλλα όνειρα είχα όταν σταμάτησα, αλλιώς ήρθαν τα πράγματα. Το 2022, όταν έφυγα από την ομάδα, μπόρεσα επιτέλους να ξεκουραστώ».
Για την πίεση του να παίζεις στον Ολυμπιακό:
«Όταν ήρθα στον Ολυμπιακό από την Ξάνθη, δεν έχει καμία σχέση σε πίεση, μέγεθος και φιλάθλους. Σίγουρα υπάρχει πίεση. Ο Ολυμπιακός είναι ιδιαίτερη ομάδα, ιδιαίτερο κλαμπ. Στα εύκολα είσαι θεός, στα δύσκολα από θεός μπορεί να γίνεις ο χειρότερος. Η φανέλα είναι βαριά. Θεωρώ ότι είναι η καλύτερη ομάδα της Ελλάδας. Ακόμα και σε δύσκολες χρονιές, το κυνήγι είναι πάντα μέχρι τέλους. Άλλες ομάδες μπορεί να έχαναν το πρωτάθλημα 10-15 αγωνιστικές πριν. Ο Ολυμπιακός όχι. Ακόμα και το 2009 που το πήρε ο Παναθηναϊκός, ο Ολυμπιακός το πάλεψε μέχρι το τέλος. Αυτό έχει να κάνει και με τους προπονητές. Έχουν έρθει καλοί παίκτες, αλλά για να παίξεις στον Ολυμπιακό πρέπει να έχεις αυτή την τρέλα».
Για το τι χρειάζεται να έχεις για να διαχειριστείς την πίεση:
«Αυτό που είχα εγώ ήταν τρέλα και άγνοια. Αν δεν έχεις άγνοια κινδύνου, αν τα παίρνεις όλα μέσα σου ή ξεφεύγεις στα εύκολα, δεν είναι εύκολο να παίξεις στον Ολυμπιακό. Αυτό είχε ο Μανωλάς. Έπαιζε επειδή ήταν «τρελός». Δεν φοβόταν κανέναν. Έπαιζε καλά ή άσχημα, αλλά δεν φοβόταν. Αυτό λείπει πολλές φορές από τον Έλληνα ποδοσφαιριστή. Ο Έλληνας διαβάζει και ακούει τα πάντα. Πρέπει να έχεις γερό στομάχι. Σε πολλές συζητήσεις με τον Αβραάμ λέγαμε ότι εμείς πρέπει να τα ακούμε, γιατί εμείς καταλαβαίνουμε τι είναι Ολυμπιακός».
Για την απόφαση του να διαλέξει τον Ολυμπιακό:
«Όταν έφυγα από την ομάδα, το θεώρησα σωστό για τον Ολυμπιακό. Δεν είχα πια κάτι να δώσω. Ήθελα να κλείσει έτσι, όπως είχε κλείσει και η επιλογή μου το 2007, που ήταν συνειδητή. Πάντα διάλεγα τα δύσκολα. Γι’ αυτό διάλεξα τον Ολυμπιακό».
Για το γεγονός ότι τον ήθελαν και άλλες ομάδες:
«Δεν είχε γίνει πλειστηριασμός. Είναι γνωστό ότι με ήθελαν κι άλλες ελληνικές ομάδες, με περισσότερα λεφτά και καλύτερους ρόλους. Μετά από συζητήσεις με τον Πανόπουλο και την οικογένειά μου, πήρα την απόφαση. Διάλεξα τον Ολυμπιακό γιατί πίστευα ότι ήταν η πιο δυνατή και μεγάλη ομάδα στην Ελλάδα και δικαιώθηκα».
Ένα ματς που θυμάται:
«Το Ολυμπιακός- Μέταλιστ ήταν άδικο. Το ίδιο και με την Κόστα Ρίκα. Αυτά μου έχουν μείνει πολύ έντονα. Θυμάμαι ότι μέχρι το 70’ είχαμε 12 τελικές και το σκορ ήταν 1-0. Έπρεπε να είναι 3-0. Στο Καραϊσκάκη χάσαμε 1-2 και δεν κατάλαβε κανείς πώς».
Για την κατάκτηση του Conference League:
«Ήμουν στο γήπεδο εκείνη τη μέρα με τον γιο μου. Αυτό το αισθάνονται όλοι οι πρώην παίκτες του Ολυμπιακού. Ήταν δικαίωση. Εγώ δεν ήμουν Ολυμπιακός, έγινα όταν ήρθα στην ομάδα, και ο γιος μου είναι. Το συναίσθημα ήταν δικαίωση. Το χάρηκαν όλοι, παλιοί παίκτες και κόσμος».
Ένα παιχνίδι που δεν θα ξεχάσει:
«Με τη Γουλβς ο Ολυμπιακός ήταν καλύτερος και στα δύο παιχνίδια. Αν δεν υπήρχε ο κορονοϊός, πιστεύω θα περνούσαμε. Δεν ξέρω μέχρι πού θα φτάναμε, αλλά θα περνούσαμε. Η δεύτερη χρονιά του Μαρτίνς ήταν από τις καλύτερες ομάδες στην ιστορία του συλλόγου. Μας έκοψε ο κορονοϊός. Παίξαμε χωρίς κόσμο, μετά ήρθε η καραντίνα. Παρ’ όλα αυτά παίξαμε καλό ποδόσφαιρο. Μας έμεινε το «τι θα μπορούσε να γίνει». Για να πάρεις τρόπαιο χρειάζεται και τύχη – στο Conference την είχαμε».
Το αγαπημένο γκολ της καριέρας του:
«Το γκολ με την ΑΕΚ, κακά τα ψέματα, αν το έβαζε ξένος θα ήταν αλλιώς. Επειδή το έβαλα εγώ, Έλληνας, είχε άλλη διάσταση. Μου άρεσε πολύ και το θυμάται ο κόσμος. Όταν λένε «το γκολ», εννοούν αυτό».
Την απόφαση του να παίξει στο ιταλικό πρωτάθλημα:
«Η Serie A είναι τεράστιο πρωτάθλημα. Δεν υπάρχει σύγκριση με το ελληνικό. Κάθε Κυριακή είναι ντέρμπι. Οι έδρες είναι πολύ δύσκολες. Με βελτίωσε και σαν άνθρωπο και σαν χαρακτήρα. Μου αρέσουν οι προκλήσεις και ήθελα να ζήσω στο εξωτερικό. Ήταν σωστή κίνηση. Έζησα ένα μεγάλο πρωτάθλημα, γνώρισα τεράστιες προσωπικότητες. Ό,τι πήρα ήταν παρακαταθήκη για όλη μου τη ζωή».
Για τα ντέρμπι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός και Ρόμα-Λάτσιο:
«Η πίεση στον Ολυμπιακό είναι μεγαλύτερη από παντού. Το Ρόμα–Λάτσιο το έζησα με κόσμο, εδώ δεν έζησα το Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός με κόσμο, αλλά εδώ η πίεση είναι πιο βαριά».
Για το επίπεδο της Super League:
«Το επίπεδο του πρωταθλήματος έχει ανέβει. Εκτός από Ολυμπιακό, ΠΑΟΚ και ΑΕΚ που κυνηγούν το πρωτάθλημα, υπάρχουν πολύ καλές ομάδες. Ο Λεβαδειακός είναι η έκπληξη. Ο Παναθηναϊκός δεν είναι στα καλύτερά του, αλλά θα επανέλθει. Δεν είναι τυχαίο. Όλες οι ομάδες δουλεύουν, στηρίζουν ακαδημίες, εμπιστεύονται Έλληνες, κάνουν σωστές κινήσεις στους ξένους. Το πρωτάθλημα θα πάει μέχρι τέλους. Είναι δύσκολο να κάνεις πρόβλεψη. Οι μικρές ομάδες δυσκολεύουν τις μεγάλες. Δύσκολα μια ομάδα κερδίζει με σκορ 4-0,5-0. Τα ματς παίζονται ως το τέλος».
Για τον Μεντιλίμπαρ:
«Ο Μεντιλίμπαρ είναι σπουδαίος άνθρωπος. Κύριος των γηπέδων. Έχει αναγεννήσει τον Ολυμπιακό με τη δουλειά και την ταπεινότητά του. Εύχομαι να μη φύγει ποτέ, ακόμα κι αν ο Ολυμπιακός δεν πάρει πρωτάθλημα. Αυτό που κάνει με τους νέους παίκτες είναι απίστευτο. Κωστούλας, Μουζακίτης, Τζολάκης, Ρέτσος – τους εμπιστεύεται. Πιστεύω δεν το έχει κάνει κανένας στην Ελλάδα αυτό. Όποιος είναι καλός θα παίξει, είναι καλό που ο Μεντιλίμπαρ δεν έχει κολλήματα. Προτιμώ να χαθεί ένα πρωτάθλημα και να βγουν 10 Έλληνες ποδοσφαιριστές.
Για το γεγονός ότι ο Μεντιλίμπαρ εμπιστεύεται τους Έλληνες ποδοσφαιριστές:
Θεωρώ ότι ο Μεντιλίμπαρ έχει αλλάξει την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Αυτό που κάνει είναι πραγματικά προς μίμηση. Ο Παναθηναϊκός έχει αρχίσει να βάζει κάποια νέα παιδιά, όπως τον Κάτρη και τον Κουντουρή, ενώ ο ΠΑΟΚ το κάνει αυτό σταθερά τα τελευταία οκτώ χρόνια με ποδοσφαιριστές που αναδεικνύει. Πιστεύω ότι η δουλειά του Μεντιλίμπαρ έχει επηρεάσει συνολικά το ελληνικό ποδόσφαιρο, γιατί και η Εθνική ομάδα έχει ανάγκη από Έλληνες παίκτες. Έρχεται το «πλήρωμα» του χρόνου για κάποιους και πρέπει να υπάρχει συνέχεια. Πώς θα βγάλουμε παίκτες, αν δεν στηρίξουμε τα νέα παιδιά; Αυτό έχει να κάνει και με τον κόσμο, που συχνά δεν έχει υπομονή. Προτιμώ να χάσει ο Ολυμπιακός ένα πρωτάθλημα, αν είναι να βγουν οκτώ ποδοσφαιριστές από τα σπλάχνα του συλλόγου. Μακάρι να βγουν οκτώ «Κωστούλες» και «Μουζακιτίδηδες». Αυτό που λέω πάντα είναι: τι παραπάνω έχουν η Σερβία και η Κροατία που πουλάνε συνεχώς παίκτες;»
Για την Εθνική Ομάδα:
«Τα παιδιά είναι πολύ ταλαντούχα. Υπάρχει και ταλέντο και ταπεινότητα, είναι προσγειωμένα και θα πετύχουν γιατί δουλεύουν. Αυτή η Εθνική ομάδα, με το ταλέντο που διαθέτει, πρέπει να κάνει μια επιτυχία. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι μικρός και δεν υπάρχει μεγάλη εμπειρία, κάτι που ίσως αυτή τη στιγμή είναι το μειονέκτημά μας. Όμως ακόμη κι αν έρθει μια αποτυχία, θα αποτελέσει μεγάλο μάθημα για τη συνέχεια. Πιστεύω ότι αυτή η ομάδα θα είναι στα τελικά του Euro 2028, γιατί το αξίζει. Το ταλέντο που υπάρχει είναι τεράστιο· δεν θυμάμαι τα προηγούμενα χρόνια να υπήρχαν τόσοι καλοί παίκτες μαζεμένοι στην Εθνική ομάδα. Αυτά τα παιδιά θα διακριθούν, γιατί το αξίζουν».
Για τον αγώνα του Ολυμπιακού κόντρα στον Αστέρα Τρίπολης:
«Η Τρίπολη είναι δύσκολη έδρα, παρότι η ομάδα δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Εγώ πάντα τη φοβόμουν ως ποδοσφαιριστής, κακά τα ψέματα. Έχει σοβαρή ομάδα και προπονητή, παλεύει για την παραμονή της και τέτοια παιχνίδια είναι από τα πιο επικίνδυνα, ειδικά μετά από μεγάλες επιτυχίες. Ο Ολυμπιακός, βέβαια, έχει την ποιότητα για να διαχειριστεί τέτοιες καταστάσεις, ακόμα και απέναντι σε κλειστές άμυνες».
Για την απουσία του Ελ Κααμπί:
«Εννοείται πως ο Ταρεμί είναι πολύ καλός παίκτης, όμως ο Ελ Κααμπί είναι από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές στην ιστορία του Ολυμπιακού. Είναι παίκτης ομάδας, παλεύει για το σύνολο και κάνει τη διαφορά».
Για το ποιον επιλέγει ανάμεσα σε Ελ Αραμπί και Ελ Κααμπί:
«Ο Ελ Αραμπί είναι μεγάλη μου αδυναμία. Τον έζησα από κοντά, ήταν εξαιρετικός χαρακτήρας και σπουδαίος παίκτης, από αυτούς που άλλαξαν την ιστορία του συλλόγου. Τον διαλέγω και γιατί είναι φίλος μου».
Για τον αγαπημένο του συμπαίκτη:
«Με τον Αβραάμ είμαστε φίλοι, κολλητοί, κουμπάροι. Τον είχα ταλαιπωρήσει αρκετά στο γήπεδο, του έλεγα συνέχεια “πήγαινε εκεί, κάλυψέ με” και εκείνος έτρεχε».
Για τους πιο δύσκολους αντιπάλους:
«Ο Μέσι προφανώς από εξωτερικό. Ο Λέτο ήταν δύσκολος αντίπαλος, όπως και ο Σέζαρ της ΑΕΚ. Υπήρχαν και παίκτες σε μικρότερες ομάδες που μπορεί να μην φαίνονταν τόσο, αλλά σε δυσκόλευαν πολύ».
Ένα ματς που δεν θα ξεχάσει ποτέ:
«Ο τελικός με την ΑΕΚ δεν ξεχνιέται. Ακόμα κι αν τον χάναμε στα πέναλτι, το ίδιο θα έλεγα. Με κόσμο, με συνεχείς εναλλαγές συναισθημάτων, ήταν ένα πολύ ωραίο ματς και από τα καλύτερα στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου».
Για τους αγαπημένους του προπονητές:
«Αδυναμία μου ήταν ο Λεμονής. Ήταν ο προπονητής που με έφερε στον Ολυμπιακό και με καθιέρωσε. Ήταν δύσκολο αυτό που έκανε γιατί αν δεν έβγαινε στο τέλος η μεταγραφή μου εκείνος θα τα άκουγε. Ο Βαλβέρδε είναι ο καλύτερος προπονητής που πέρασε από την Ελλάδα. Είχα καλή σχέση και με τον Μαρτίνς, ο οποίος άλλαξε μια ολόκληρη ομάδα, δίνοντας χώρο σε νέους και πολλούς Έλληνες παίκτες. Τη δεύτερη χρονιά παίξαμε στα ίσα στο Champions League με πολλές ομάδες και παίξαμε καλό ποδόσφαιρο. Και οι τρεις βοήθησαν τον σύλλογο και ήταν αγαπητοί».
Για τον Ερνέστο Βαλβέρδε:
«Ο Βαλβέρδε έφερε πράγματα που δεν είχαμε ξαναδεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο: κατοχή μπάλας, ανοιχτό παιχνίδι, χωρίς φόβο απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο. Το ίδιο κάνει και ο Μεντιλίμπαρ. Δεν φοβάται, πιέζει ψηλά. Ο Ερνέστο το έφερε πρώτος αυτό στον Ολυμπιακό και γι’ αυτό έχει μείνει στη μνήμη του κόσμου, αλλά και γιατί ήταν ένας εντυπωσιακός άνθρωπος, άνθρωπος με “Α” κεφαλαίο. Αν δεν έκανες αυτό που ήθελε, δεν έπαιζες. Το ίδιο κάνει και ο Μεντιλίμπαρ: είτε απέναντι στη Ρεάλ είτε απέναντι στην Πάφο, η ομάδα δεν φοβάται. Έχει αποκτήσει ταυτότητα».
Για το παιχνίδι του Ολυμπιακού με την Λεβερκούζεν:
«Το παιχνίδι με τη Λεβερκούζεν είναι δύσκολο, αλλά το 2-0 στο Καραϊσκάκη δεν πρέπει να επηρεάσει. Ο Ολυμπιακός έχει πολλές πιθανότητες. Η μεταδοτικότητα του Μεντιλίμπαρ μπορεί να «σβήσει» το σκορ. Από τότε που ήρθε στον Ολυμπιακό, τον Φεβρουάριο του 2024, δεν άλλαξε την ομάδα με 10 μεταγραφές· άλλαξε πρώτα απ’ όλα την ψυχολογία των ποδοσφαιριστών. Και αυτό είναι μεγάλο του προσόν».

