Κάθε καλοκαίρι το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται. Οι τίτλοι γεμίζουν με «βόμβες», «σεισμούς» και μεταγραφές που υποτίθεται ότι αλλάζουν τις ισορροπίες του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Η επικοινωνία προηγείται της ουσίας και οι εντυπώσεις επιχειρούν να καλύψουν όσα προηγήθηκαν μέσα στη σεζόν. Η πραγματικότητα, όμως, δεν αλλάζει. Και η πραγματικότητα λέει ότι ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε τη χρονιά ως πρωταθλητής Ευρώπης και Ελλάδας, αφήνοντας τον μεγάλο του αντίπαλο να αναζητά απαντήσεις μέσα από ένα ακόμη καλοκαίρι ανακατατάξεων.
Δύο χρόνια με μπάτζετ που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε συμβόλαια και μεταγραφές και απολογισμός δύο Κυπέλλων Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι ακολούθησαν σαρωτικές αλλαγές. Επιστροφή Ζέλικο Ομπράντοβιτς με συμβόλαιο-μαμούθ, επαναφορά Διαμαντίδη και Αλβέρτη σε διοικητικούς ρόλους, νέες ακριβές προσθήκες και μία προσπάθεια να αλλάξει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα η συζήτηση γύρω από όσα συνέβησαν τη σεζόν που ολοκληρώθηκε.
Το ενδιαφέρον είναι πως αρκετά από όσα παρουσιάζονται σήμερα ως αναγκαία, μέχρι χθες αποτελούσαν αντικείμενο ειρωνείας. Οι περίφημες «υπεραξίες» που καταγγέλλονταν όταν αφορούσαν τον Ολυμπιακό, πλέον πληρώνονται χωρίς δεύτερη σκέψη. Συμβόλαια τεσσάρων εκατομμυρίων σε παίκτες και προπονητή, ποσά που πριν από λίγο καιρό χαρακτηρίζονταν υπερβολικά, αποτελούν πλέον τη νέα πραγματικότητα. Τελικά, μάλλον δεν ήταν οι υπεραξίες το πρόβλημα, αλλά ποιος τις πλήρωνε.
Ανάλογη είναι και η εικόνα στο μεταγραφικό κομμάτι. Κάθε προσθήκη βαφτίζεται «βόμβα» πριν καν ο παίκτης φορέσει τη φανέλα της ομάδας. Το ίδιο έργο το έχουμε ξαναδεί. Πέρυσι διαβάζαμε για μεταγραφές που θα άλλαζαν τον χάρτη της EuroLeague. Για παίκτες που θα έκαναν τη διαφορά. Για «σεισμούς». Στο τέλος, όμως, οι περισσότεροι είτε αποχώρησαν είτε δεν κατάφεραν να δικαιώσουν ούτε στο ελάχιστο τον θόρυβο που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά τους.
Απέναντι σε αυτή την υπερβολή, ο Ολυμπιακός κινήθηκε με διαφορετική λογική. Δεν έψαχνε να ανατρέψει ισορροπίες, γιατί τις είχε ήδη διαμορφώσει μέσα στο παρκέ. Ενίσχυσε έναν κορμό που κατέκτησε την κορυφή της Ευρώπης, προσθέτοντας δύο παίκτες που βρίσκονταν ανάμεσα στους κορυφαίους της αγοράς. Ο Γιαν Μοντέρο δεν είναι μία μεταγραφή που χρειάζεται επικοινωνιακή υπερβολή για να παρουσιαστεί ως σπουδαία. Είναι ο Rising Star της EuroLeague, MVP των τελικών της Liga Endesa και ο άνθρωπος που οδήγησε τη Βαλένθια στην κατάκτηση του ισπανικού πρωταθλήματος. Ο Τι Τζέι ΜακΙντάιρ, από την άλλη, συγκαταλέγεται εδώ και χρόνια στους κορυφαίους δημιουργούς της διοργάνωσης. Αυτές είναι μεταγραφές που κουβαλούν την αξία τους μέσα στο παρκέ και όχι στους τίτλους των ιστοσελίδων.
Ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος οργανισμός που πριν από λίγους μήνες χλεύαζε τις απολαβές του Νίκολα Μιλουτίνοφ, σήμερα προσφέρει ακόμη μεγαλύτερα συμβόλαια, ενώ παράλληλα απέκτησε μέχρι και τον Μουσταφά Φαλ. Ο κατάλογος είναι γνωστός. Μπαρτζώκας, Βεζένκοφ, Γουόκαπ, Μιλουτίνοφ, Ντόρσεϊ. Πρόσωπα που κατά καιρούς έχουν αποτελέσει δημόσιο στόχο θαυμασμού από την απέναντι πλευρά. Όταν, όμως, προσπαθείς διαρκώς να αποκτήσεις ό,τι ξεχωρίζει στον αντίπαλό σου, μάλλον αναγνωρίζεις ποιος είναι το σημείο αναφοράς.
Ας κάνουμε, όμως, μία απλή σκέψη. Αν οι ρόλοι ήταν αντίστροφοι; Αν ο Παναθηναϊκός είχε κατακτήσει την Ευρωλίγκα μέσα στο ΣΕΦ, είχε πάρει το πρωτάθλημα και στη συνέχεια ανακοίνωνε τον Μοντέρο και τον ΜακΙντάιρ, ενώ ο Ολυμπιακός απαντούσε με μία πανάκριβη μεταγραφή τύπου Γιαμπουσέλε. Τι θα διαβάζαμε; Για το «brand» του πρωταθλητή Ευρώπης, για το πόσο ελκυστικός προορισμός είναι, για το ότι οι κορυφαίοι παίκτες επιλέγουν τον νικητή. Από την άλλη πλευρά, θα διαβάζαμε ότι ο Ολυμπιακός πανικοβλήθηκε, πέταξε χρήματα και εγκατέλειψε τη φιλοσοφία του.
Η ουσία, όμως, δεν αλλάζει ανάλογα με το ποιος γράφει την ιστορία. Οι πραγματικές μεταγραφές δεν κρίνονται τον Ιούλιο, αλλά τον Μάιο. Όπως ακριβώς δεν κρίθηκαν πέρυσι, όταν οι «βόμβες» της επικοινωνίας έμειναν με δύο Κύπελλα Ελλάδας και οι «ήσυχες» κινήσεις του Ολυμπιακού κατέληξαν στην κορυφή της Ευρώπης.
Γιατί στο τέλος, όσο κι αν αλλάζουν οι τίτλοι, οι χαρακτηρισμοί και τα αφηγήματα, υπάρχει ένας αδιάψευστος κριτής. Το παρκέ. Και εκεί, τα τελευταία χρόνια, ο Ολυμπιακός συνεχίζει να έχει τον τελευταίο λόγο.
