Τελικά, δεν έχει σημασία μόνο τι συμβαίνει. Σημασία έχει και ποια φανέλα φοράει εκείνος στον οποίο συμβαίνει. Γιατί τότε μπορεί να αλλάξει το λεξιλόγιο, να αλλάξει η ένταση, να αλλάξει ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το ίδιο το γεγονός. Και το τελευταίο παράδειγμα, με τις υποθέσεις Τζέντι Οσμάν και Τόμας Γουόκαπ, είναι ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά.
Με αφορμή τις δύο υποθέσεις, το SDNA επέλεξε να παρουσιάσει δύο συλλόγους που λειτουργούν σε… «διαφορετικούς κόσμους».
Στη μία πλευρά τοποθετεί τον Παναθηναϊκό. Έναν οργανισμό που παρουσιάζεται περίπου ως υπόδειγμα διαχείρισης: «φιλικά», «με χαμόγελα», «χωρίς εντάσεις», «χωρίς δικαστήρια». Μέχρι και η αποχώρηση του Οσμάν μετατρέπεται σε επιβεβαίωση της περίφημης «φιλοσοφίας» του συλλόγου.
Στην άλλη πλευρά βρίσκεται, φυσικά, ο Ολυμπιακός. Εκεί η υπόθεση Γουόκαπ περιγράφεται με εντελώς διαφορετικό λεξιλόγιο: «ψυχρότητα», «πολεμικό κλίμα», «η υπόθεση στα άκρα», «η σχέση στα μαχαίρια». Και όλα αυτά για μια υπόθεση που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.
Δικαίωμα κάθε Μέσου να σχολιάζει και να αξιολογεί όπως επιθυμεί. Το ενδιαφέρον, όμως, αρχίζει όταν η αυστηρότητα της αξιολόγησης φαίνεται να αλλάζει ανάλογα με το χρώμα της φανέλας.
Γιατί μόλις πριν από λίγες ημέρες ο Κέισι Ρίβερς έκανε συγκεκριμένες και εξαιρετικά σοβαρές δηλώσεις για όσα, σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβησαν κατά τη θητεία του στον Παναθηναϊκό. Ο Αμερικανός υποστήριξε ότι δεν του καταβλήθηκε ο τελευταίος μισθός του, ενώ ανέφερε ότι αφαιρέθηκαν χρήματα από τον ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό του για φορολογικές οφειλές, παρότι –όπως ο ίδιος ισχυρίζεται– το συμβόλαιό του προέβλεπε καθαρές αποδοχές και ο ίδιος δεν ήταν υπεύθυνος για την καταβολή των συγκεκριμένων φόρων.
Προχώρησε, μάλιστα, ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι αργότερα, όταν αγωνιζόταν σε άλλες ομάδες της EuroLeague, αναγκαζόταν να ελέγχει εάν μπορούσε να ταξιδέψει στην Ελλάδα επειδή φοβόταν μήπως συλληφθεί εξαιτίας αυτής της εκκρεμότητας.
Δεν πρόκειται για κάποιο ανώνυμο δημοσίευμα, ούτε για πληροφορία τρίτου. Πρόκειται για δημόσιες δηλώσεις ενός πρώην παίκτη του Παναθηναϊκού.
Κι όμως, η ίδια διάθεση για βαθυστόχαστη ανάλυση περί «οργανισμών», «φιλοσοφίας», «νοοτροπίας» και τρόπου συμπεριφοράς προς τους αθλητές δεν φαίνεται να ενεργοποιήθηκε.
Και η ιστορία έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ο Μάικ Μπατίστ, μία από τις εμβληματικότερες μορφές εκείνης της εποχής και σήμερα ξανά μέλος του προπονητικού επιτελείου του Παναθηναϊκού, είχε βρεθεί το 2013 αντιμέτωπος με τις ελληνικές Αρχές για φορολογικές οφειλές που συνδέονταν με την περίοδο της παρουσίας του στην ομάδα. Πρόκειται ασφαλώς για διαφορετική υπόθεση και δεν χρειάζεται να εξισωθούν οι δύο περιπτώσεις. Η ύπαρξή της, όμως, κάνει ακόμη πιο εύλογο το ερώτημα που προκύπτει από τις σημερινές καταγγελίες του Ρίβερς.
Εκεί, λοιπόν, θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον μια δημοσιογραφική έρευνα. Τι ακριβώς συνέβαινε; Τι προέβλεπαν τα συμβόλαια; Πώς δημιουργήθηκαν οι συγκεκριμένες φορολογικές εκκρεμότητες; Γιατί ένας πρώην αθλητής δηλώνει σήμερα ότι δεν πληρώθηκε τον τελευταίο μισθό του και ότι φοβόταν ακόμη και να επιστρέψει στην Ελλάδα;
Αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν πραγματικά τη συμπεριφορά ενός οργανισμού απέναντι στους αθλητές του.
Αντί γι’ αυτά, όμως, είναι προφανώς πολύ πιο ελκυστικό να μετατρέπεται μια υπόθεση του Ολυμπιακού σε συνολική πραγματεία περί διοίκησης και «πολεμικού κλίματος», την ώρα που για όσα αφορούν τον Παναθηναϊκό επιστρατεύονται λέξεις όπως «σεβασμός», «φιλοσοφία», «χαμόγελα» και «σχέση».
Κάπου εδώ βρίσκεται και η ουσία. Κανείς δεν απαγορεύει σε ένα Μέσο να θεωρεί σωστό τον χειρισμό του Παναθηναϊκού στην περίπτωση Οσμάν ή λανθασμένο εκείνον του Ολυμπιακού στην υπόθεση Γουόκαπ. Αυτό είναι άποψη και είναι απολύτως θεμιτή.
Το ζήτημα είναι άλλο: με ποιο μέτρο κρίνονται κάθε φορά τα γεγονότα.
Γιατί όταν μια υπόθεση του Ολυμπιακού αρκεί για να επιστρατευθούν «πόλεμοι», «μαχαίρια», «ψυχρότητα» και συνολικά συμπεράσματα για τη λειτουργία ενός οργανισμού, θα περίμενε κανείς τουλάχιστον αντίστοιχη δημοσιογραφική περιέργεια όταν ένας πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού καταγγέλλει δημοσίως ότι δεν πληρώθηκε τον τελευταίο μισθό του, ότι προέκυψαν φορολογικές εκκρεμότητες και ότι έφτασε στο σημείο να φοβάται ακόμη και ενδεχόμενη σύλληψή του επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
Εκεί, όμως, οι αναλύσεις περί «οργανισμών» και «φιλοσοφίας» δεν περισσεύουν.
Και τελικά αυτό είναι που δημιουργεί την εντύπωση των πραγματικά «διαφορετικών κόσμων»: όχι απαραίτητα όσα συμβαίνουν μέσα στις δύο ομάδες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιλέγεται κάθε φορά να φωτιστούν, να σχολιαστούν ή απλώς να προσπεραστούν.
Τα γεγονότα, πάντως, έχουν ένα κακό συνήθειο: δεν προσαρμόζονται στο αφήγημα.
