08/09/2026 · 01:13
ΜΠΑΣΚΕΤ

Ρίβερς: Με τον Μποντιρόγκα στον Ολυμπιακό θα μπορούσαμε να κοντράρουμε κάθε ομάδα του NBA

Ο Ντέιβιντ Ρίβερς αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές ξένες φιγούρες που πέρασαν από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κατάκτηση της EuroLeague με τον Ολυμπιακό το 1997, ο Αμερικανός μίλησε στο Basketball Sphere για εκείνη την ιστορική ομάδα, τον Ντούσαν Ίβκοβιτς, τον Γιάννη Ιωαννίδη, την περίφημη υπόθεση της ανανέωσης του συμβολαίου του, αλλά και το ενδεχόμενο να είχε αγωνιστεί μαζί με τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα στον Πειραιά.

Ο άλλοτε γκαρντ των «ερυθρόλευκων» γύρισε παράλληλα στην εποχή του στο NBA, θυμήθηκε τις καθημερινές μάχες στις προπονήσεις των Λος Άντζελες Λέικερς με τον Μάτζικ Τζόνσον και τους υπόλοιπους αστέρες της ομάδας και εξήγησε πώς ο Πατ Ράιλι τού είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν συμπαθούσε τους rookies. Μίλησε ακόμη για την πίεση, την ιδιαίτερη σχέση του με τους Έλληνες φιλάθλους και τη νοοτροπία που τον έκανε να αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη μιας ήττας.

Από το όνειρο του NBA στους Λέικερς

Ο Ρίβερς επιλέχθηκε στο Νο24 του NBA Draft από τους Λος Άντζελες Λέικερς. Ήταν η πραγματοποίηση ενός παιδικού ονείρου, παρότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι αρχικά… εκνευρίστηκε επειδή περίμενε να ακούσει το όνομά του νωρίτερα.

«Ήταν πολύ σημαντικό γιατί ήταν το όνειρό μου. Όταν ήμουν μόνος μου στο γήπεδο και σούταρα, όταν προπονούμουν μόνος μου, αυτά ήταν τα πράγματα που φανταζόμουν. Μαζί με το νικητήριο σουτ στη λήξη. Ονειρευόμουν να κατακτώ πρωταθλήματα και να είμαι ο καλύτερος παίκτης.

Έφτασε το NBA Draft. Αυτό που σκεφτόμουν από τη στιγμή που έπιασα την μπάλα, με τον Τζούλιους Έρβινγκ να είναι το είδωλό μου. Επιλέγομαι στον πρώτο γύρο, στο Νο24. Δεν είμαι χαρούμενος με το Νο24. Ζω το όνειρό μου, σωστά;

»Βρίσκομαι στο Madison Square Garden, στη Νέα Υόρκη, τα φώτα του Draft είναι παντού. Από ενθουσιασμένος και χαρούμενος, λοιπόν, γίνομαι έξαλλος. Επειδή ήμουν στο Νο24. Στο τέλος της ημέρας, όμως, ήξερα ότι ήταν ευλογία. Οι γονείς μου ήταν χαρούμενοι, η οικογένειά μου ήταν χαρούμενη και από εκεί και πέρα ήταν: “Εντάξει, είσαι εδώ τώρα. Ώρα να δουλέψεις”».

«Ο Πατ Ράιλι μού έλεγε: Δεν μου αρέσουν οι rookies, δεν θα παίξεις»

Η πρώτη ομάδα του ήταν γεμάτη θρύλους. Μάτζικ Τζόνσον, Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ, Τζέιμς Γουόρθι, Μπάιρον Σκοτ, Μάικλ Κούπερ, με τον Πατ Ράιλι στον πάγκο.

«Όταν πήγα στους Λέικερς, μπροστά μου ήταν ο Μάτζικ Τζόνσον. Μπροστά μου ήταν ο Μάικλ Κούπερ. Μπροστά μου ήταν ο Μπάιρον Σκοτ. Τζέιμς Γουόρθι, Μάικαλ Τόμπσον, Καρίμ Αμπντούλ-Τζαμπάρ… Και προπονητής μας ήταν ο Πατ Ράιλι.

Για μένα, όμως, θα έπαιζα. Ήξερα όλη τη δουλειά που είχα κάνει για να βρίσκομαι εκεί. Δεν ήταν θέμα εγωισμού».

Ο Ράιλι, πάντως, ήταν ξεκάθαρος μαζί του.

«Ο Πατ Ράιλι ερχόταν και μου έλεγε: “Ντέιβιντ, δεν μου αρέσουν οι rookies. Δεν πρόκειται να παίξεις”.

Και εγώ έλεγα: “Εντάξει, σε σέβομαι που μου το λες, αλλά θα παίξω. Θα σε αναγκάσω να με βάλεις μέσα μέσα από αυτά που κάνω στην προπόνηση”. Τίποτα δεν άλλαξε στην προσέγγισή μου. Εμφανιζόμουν κάθε ημέρα στο 100%. Κάθε ημέρα δουλειά. Έκανα τη ζωή δύσκολη στον Μάτζικ, έκανα τη ζωή δύσκολη σε όλους».

Προς το τέλος της σεζόν, ο Ράιλι τού είπε κάτι που θυμάται μέχρι σήμερα:

«Ήρθε στη μέση της προπόνησης και μου είπε: “Ντέιβιντ, απλώς χρειάζεσαι τη δική σου ομάδα. Πραγματικά χρειάζεσαι τη δική σου ομάδα”.

Μου είπε ουσιαστικά: “Κάθε ημέρα εμφανίζεσαι, παίζεις, αποδίδεις και όλοι το βλέπουν. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι χρειάζεσαι τη δική σου ομάδα. Πρέπει να ηγηθείς της δικής σου ομάδας”. Και το σεβάστηκα. Μέχρι σήμερα τον σέβομαι, επειδή ξέρει τι θέλει, κάνει τη δουλειά του και την ολοκληρώνει».

«Σήμερα οι παίκτες έχουν τη δύναμη»

Συγκρίνοντας εκείνη την εποχή με το σημερινό μπάσκετ, ο Ρίβερς στάθηκε στη μεγάλη αλλαγή της ισορροπίας μεταξύ προπονητών και παικτών.

«Η δυναμική της εξουσίας έχει αλλάξει. Παλιά ο προπονητής ήταν ο προπονητής, ο προπονητής ήταν η αυθεντία. Αυτό που έλεγε ο προπονητής γινόταν. Αυτή η δυναμική έχει μεταφερθεί στους παίκτες.

Οι παίκτες έχουν τώρα τη δύναμη. Σωστά ή λάθος, ένας προπονητής σήμερα θα διστάσει περισσότερο να πάει στον παίκτη που υποτίθεται ότι είναι ο superstar και να του πει: “Χρειάζομαι να προπονείσαι λίγο πιο σκληρά. Χρειάζομαι να είσαι καλύτερος ηγέτης”. Ένας προπονητής που θα το κάνει κινδυνεύει να χάσει τη δουλειά του».

Οι 30 ασίστ που δεν του έδωσαν το εισιτήριο για το NBA

Μετά το NBA, ο Ρίβερς βρέθηκε στην CBA, όπου κυριάρχησε. Τη δεύτερη χρονιά του έφτασε, όπως θυμήθηκε, κοντά σε μέσο όρο triple-double, με περίπου 25 πόντους και 15 ασίστ.

Όταν οι Μπόστον Σέλτικς δεν προχώρησαν τελικά στην απόκτησή του, ο Φλιπ Σόντερς τού είπε ότι ίσως χρειαζόταν να κάνει κάτι ακραίο για να τραβήξει ξανά την προσοχή.

«Ο Φλιπ Σόντερς μου είπε: “Ντέιβιντ, ίσως πρέπει να κάνεις κάτι τρελό. Βγες εκεί έξω, μοίρασε 30 ασίστ και βάλε 25 πόντους”. Δεν είπα τίποτα, αλλά το έβαλε στο μυαλό μου. Βγήκα στο επόμενο παιχνίδι και έδωσα 30 ασίστ και έβαλα περίπου 23 ή 24 πόντους. Μετά το παιχνίδι, ο Φλιπ Σόντερς δεν μπορούσε να με κοιτάξει στα μάτια, επειδή είχα κάνει αυτό που μου ζήτησε και πάλι δεν με κάλεσαν στο NBA».

Τότε αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της Ευρώπης.

«Είπα τελικά: “Εντάξει, δεν πρόκειται να περιμένω άλλο το NBA. Θα πάω εκεί όπου μπορώ να παίξω, να κυριαρχήσω και να έχω την επιτυχία που χρειάζομαι”. Κοιτάζοντας πίσω, όμως, ήταν μέρος του πεπρωμένου μου. Ήταν μέρος του ταξιδιού μου».

Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς και ο Ολυμπιακός

Έπειτα από την Αντίμπ, ο δρόμος τον έφερε στον Ολυμπιακό και σε μία από τις σημαντικότερες συνεργασίες της καριέρας του, εκείνη με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς.

«Αν είχα δέκα λεπτά μαζί του, θα τον ρωτούσα τι ήταν αυτό που καθοδηγούσε την ιδεολογία του, τι ενέπνεε το πάθος του. Ήταν προπονητής μου για έναν χρόνο. Εγώ είχα τη δική μου αντίληψη για το παιχνίδι, τη φιλοσοφία μου, καταλάβαινα τον ρόλο μου. Ως point guard είχα μάθει ότι δουλειά μου ήταν να αποτελώ την προέκταση του προπονητή μου».

Παρά την τεράστια επιτυχία τους, οι δυο τους δεν μιλούσαν ιδιαίτερα.

«Αν σας έλεγα πόσες συζητήσεις είχαμε με τον κόουτς Ίβκοβιτς, θα σοκαριζόσασταν. Δεν είχαμε πολλές συζητήσεις. Γιατί; Τον άκουγα. Ήξερε τι ήθελε. Ήξερε πώς το ήθελε. Και αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόμουν να γνωρίζω. Από εκεί και πέρα ήταν δική μου δουλειά να μεταφέρω στους παίκτες αυτό που ήθελε και να φροντίζω να εκτελείται».

«Ο Ίβκοβιτς ήταν σαν τον Νονό – Ο Ιωαννίδης σαν τον Φρανκ Σινάτρα»

Ο Ρίβερς έδωσε μία χαρακτηριστική περιγραφή των δύο μεγάλων προπονητών με τους οποίους συνεργάστηκε στον Ολυμπιακό.

«Για μένα ήταν ήσυχος. Τον παρομοίαζα με τον Νονό. Ήταν ήσυχος. Περπατούσε με πολύ χαμηλούς τόνους. Σου μιλούσε. Ίσως σε άγγιζε απαλά, αλλά σε μετακινούσε. Ήταν δυνατός. Τον μελετούσα και τον παρακολουθούσα. Παρακολουθούσα πώς αλληλεπιδρούσε με τους παίκτες. Δεν ούρλιαζε.

Ο Γιάννης Ιωαννίδης, ένας σπουδαίος προπονητής, ήταν ο προπονητής μου πριν από τον Ίβκοβιτς. Το ακριβώς αντίθετο. Ήταν σαν τον Φρανκ Σινάτρα με ένα τσιγάρο, να φωνάζει. Εννοώ, πραγματικά να φωνάζει στους παίκτες κάθε ημέρα».

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι περισσότερες προσωπικές συζητήσεις του με τον Ίβκοβιτς δεν αφορούσαν καν το μπάσκετ.

«Δεν μιλούσαμε για μπάσκετ. Μιλούσαμε για την οικογένεια».

Η ιστορία της ανανέωσης που δεν έγινε ποτέ

Η μεγαλύτερη αποκάλυψη αφορά όσα συνέβησαν το καλοκαίρι του 1997, αμέσως μετά την κατάκτηση της EuroLeague.

Ο Ρίβερς επιβεβαίωσε ότι είχε συμφωνήσει να παραμείνει στον Ολυμπιακό για ακόμη τρία χρόνια. Μέσα σε λίγες ώρες, όμως, όλα άλλαξαν.

«Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση ακόμη και σήμερα. Δεν ξέρω τι άλλαξε όταν δέχθηκα να υπογράψω για άλλα τρία χρόνια».

Όταν ρωτήθηκε αν είχε πράγματι αποδεχθεί την πρόταση, ήταν κατηγορηματικός:

«Ναι. Είχα αποδεχθεί».

Και στη συνέχεια περιέγραψε τι συνέβη:

«Είχα συμφωνήσει να υπογράψω και να μείνω. Πήγα για δείπνο με την οικογένειά μου εκείνο το βράδυ και δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον μάνατζερ, που μου είπε ότι αποσύρονταν από τη συμφωνία.

»Και εγώ είπα: “Τι συμβαίνει;”. Όλοι ήταν στενοχωρημένοι, έκλαιγαν. Δεν ξέραμε. Απλώς μας ενημέρωσαν ότι αποσύρονταν από το συμβόλαιο. Εγώ είχα ήδη συμφωνήσει».

«Μέχρι σήμερα δεν έχω απάντηση»

Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, ο Ρίβερς εξακολουθεί να μη γνωρίζει τον πραγματικό λόγο.

«Ρώτησα μόνο μία φορά: “Γιατί; Τι συνέβη;”. Και κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει απάντηση.

»Μέχρι σήμερα δεν έχω απάντηση. Κάποιοι λένε ότι ήταν θέμα εξουσίας. Ότι πίστευαν πως αποκτούσα υπερβολικά μεγάλη δύναμη στην ομάδα. Κάποιοι λένε άλλα. Δεν ξέρω».

Η αντίδρασή του ήταν άμεση.

«Τηλεφώνησα στον ατζέντη μου. “Αποσύρονται από τη συμφωνία;”. “Ναι, το ξέρω”. “Εντάξει, πού πάμε;”. Αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να ξέρω.

Γιατί όπου κι αν πήγαινα, τίποτα μέσα μου δεν θα άλλαζε. Θα συνέχιζα να κερδίζω πρωταθλήματα. Και αυτό έκανα».

«Με τον Μποντιρόγκα θα μπορούσαμε να παίξουμε σταθερά απέναντι σε οποιαδήποτε ομάδα του NBA»

Εκείνο το καλοκαίρι υπήρχε παράλληλα η προοπτική απόκτησης του Ντέγιαν Μποντιρόγκα. Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς είχε αναφερθεί στο παρελθόν στο ενδεχόμενο να συνυπάρξουν οι δύο τους και ο Ρίβερς δεν έκρυψε πόσο ισχυρό θεωρούσε ότι θα ήταν αυτό το δίδυμο.

«Είχα ακούσει για τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα και την πιθανότητα να έρθει σε εμάς. Εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο ήμασταν ήδη σε θέση να ανταγωνιστούμε οποιονδήποτε, ακόμη και ομάδες του NBA.

Αλλά αν εκείνος ερχόταν σε εκείνο το σύνολο, θα μπορούσαμε να ανταγωνιστούμε με συνέπεια οποιαδήποτε ομάδα του NBA. Για μένα, θα ήταν το κερασάκι στην τούρτα, εάν ερχόταν στην ομάδα μας».

Το παιχνίδι που θα ήθελε να ξαναπαίξει

Παρότι κατέκτησε την EuroLeague το 1997 και αναδείχθηκε MVP του Final Four, εάν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει σε ένα παιχνίδι της καριέρας του, δεν θα επέλεγε τον θρίαμβο της Ρώμης.

«Το τελευταίο παιχνίδι που χάσαμε στην πρώτη μου χρονιά στον Ολυμπιακό και αποκλειστήκαμε (σ.σ. από τη Ρεάλ Μαδρίτης στα πλέι οφ). Θέλω να επιστρέψω στο παιχνίδι που έχασα. Θέλω να το ξαναπαίξω και να το διορθώσω. Γιατί όταν χάνω, μένει μαζί μου. Είναι το μοναδικό πράγμα που σκέφτομαι όλο το καλοκαίρι. Προπονούμαι και σκέφτομαι εκείνη την ήττα που με κράτησε μακριά από τον τίτλο.

Ο κόσμος μετράει τίτλους, μετράει ατομικές διακρίσεις. Εγώ θέλω να ξαναπαίξω εκείνο το παιχνίδι που έχασα».

«Στην Ελλάδα κάθε παιχνίδι είναι ζωή ή θάνατος»

Ο Ρίβερς παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πλέον αγαπητούς Αμερικανούς που φόρεσαν τη φανέλα του Ολυμπιακού. Και δεν έχει ξεχάσει την ένταση που συνάντησε στις ελληνικές εξέδρες.

Ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει. Μπορείς να περιγράψεις τους φιλάθλους και την οπαδική βάση διαφορετικών ομάδων σε διαφορετικές χώρες, αλλά δεν μπορείς πραγματικά να το καταλάβεις εάν δεν βρίσκεσαι μέσα σε εκείνο το γήπεδο. Όταν ήρθα στη Γαλλία και μετά στην Ελλάδα, όλοι είχαν διαφορετικό επίπεδο πάθους, αλλά το πάθος ήταν πραγματικό.

Με τους Έλληνες φιλάθλους το βλέπεις αμέσως. Κάθε παιχνίδι είναι ζωή ή θάνατος. Ξέρω ότι υπάρχει. Ξέρω ότι το πάθος τους είναι πραγματικό. Αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να γνωρίζω».

Παρτίζαν και 1997: «Χάσαμε επειδή εγώ δεν έπαιξα καλά»

Χαρακτηριστικό της νοοτροπίας του ήταν όσα συνέβησαν απέναντι στην Παρτίζαν στην πορεία προς το Final Four του 1997.

Ο Ολυμπιακός έχασε το πρώτο παιχνίδι στον Πειραιά και πολλοί στην ομάδα φοβήθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να κερδίσουν στο Βελιγράδι.

Ο Ρίβερς είχε διαφορετική άποψη.

«Είπα στον δημοσιογράφο: “Κανένα πρόβλημα, καμία ανησυχία. Θα πάμε εκεί και θα κερδίσουμε. Θα επιστρέψουμε στον Πειραιά”. Το ήξερα. Γιατί το ήξερα; Επειδή εγώ είχα κάνει κακό παιχνίδι. Και γι’ αυτό χάσαμε στην έδρα μας».

Την επόμενη ημέρα ανέλαβε δημόσια ολόκληρη την ευθύνη:

«Στάθηκα εκεί και είπα: “Ακούστε, χάσαμε επειδή εγώ δεν έπαιξα καλά. Τελεία. Αυτή είναι η ιστορία σας. Χάσαμε επειδή εγώ δεν έπαιξα καλά”. Ένας μεγάλος παίκτης, αν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, μπορεί να παραδεχθεί πότε δεν έπαιξε καλά, πότε ήταν ο λόγος που το παιχνίδι δεν πήγε όπως ήθελε η ομάδα».

«Όταν είσαι προετοιμασμένος, δεν υπάρχει πίεση»

Η συγκεκριμένη νοοτροπία εξηγεί και γιατί ο Ρίβερς υποστηρίζει ότι ουδέποτε αισθάνθηκε πίεση στα μεγάλα παιχνίδια.

«Όταν αφιερώνεις τον χρόνο, όταν δουλεύεις στην offseason, όταν είσαι προετοιμασμένος, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η πίεση. Δεν με ενδιαφέρει τι είναι. Μπάσκετ, αθλητισμός, επιχειρήσεις. Είμαι έτοιμος όταν είμαι προετοιμασμένος. Δεν υπάρχει πίεση.

Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, Τουρκία, δεν υπήρξε ποτέ πίεση. Έπαιζα αυτό το παιχνίδι όλη μου τη ζωή. Πίεση για ποιο πράγμα;».

Η ιδιαίτερη σχέση του με τους διαιτητές

Ο Ρίβερς αποκάλυψε επίσης μία ενδιαφέρουσα πτυχή της ηγετικής του συμπεριφοράς: προσπαθούσε να «ελέγξει» ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο τον αντιμετώπιζαν οι διαιτητές.

«Όταν χρέωναν ένα φάουλ σε συμπαίκτη μου και εκείνος φώναζε “δεν ήταν φάουλ”, εγώ πήγαινα και του έλεγα: “Ναι, ήταν φάουλ. Σταμάτα να μιλάς. Συγκεντρώσου και πάμε να παίξουμε”. Ο διαιτητής το βλέπει αυτό. Βλέπει ότι απαιτώ υπευθυνότητα από όλους.

Τώρα, όταν ο διαιτητής παίρνει μία κακή απόφαση, τότε θα πάω σε εκείνον και θα του πω: “Η γωνία σου ήταν λάθος. Αυτή ήταν κακή απόφαση”. Αλλά όταν με βλέπουν να απαιτώ από τους δικούς μου παίκτες να αναλαμβάνουν την ευθύνη, κάνουν πίσω. Έτσι έλεγχα και τους διαιτητές».

Έξι τίτλοι σε δύο χρόνια με τη Τόφας

Μετά την Ελλάδα, η καριέρα του Ρίβερς συνεχίστηκε με τεράστια επιτυχία. Στη Τόφας, υπό τις οδηγίες του Γιάσμιν Ρέπεσα, κατέκτησε έξι τίτλους μέσα σε δύο χρόνια.

«Είχα υπογράψει συμβόλαιο τεσσάρων ετών. Σε δύο χρόνια κερδίσαμε έξι τίτλους. Και μετά η ομάδα αποφάσισε ότι δεν μπορούσαμε να πληρωθούμε. Έπρεπε να πληρώσουν πολλά χρήματα και δεν μπορούσαν. Ο τρόπος για να ξεπεράσουν το πρόβλημα ήταν να κλείσουν και να ξεκινήσουν από την αρχή. Γι’ αυτό πήγα στη Φορτιτούντο».

«Με θυμούνται για το πώς τους έκανα να αισθάνονται»

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά το τέλος της καριέρας του, ο Ρίβερς έχει μία ξεκάθαρη εξήγηση για το γεγονός ότι παραμένει τόσο αγαπητός στην Ευρώπη και ειδικά στον Ολυμπιακό.

«Όπου κι αν πήγαινα, όποια χώρα, πόλη ή περιβάλλον, ήθελα πάντα να το αφήνω καλύτερο από ό,τι το βρήκα. Αυτό ήταν. Μέσα στο γήπεδο, έξω από το γήπεδο, γνώριζα το περιβάλλον μου. Ήξερα τι έκανα. Ήξερα ότι άλλοι θα ακολουθούσαν και ήθελα να αφήσω το αποτύπωμά μου.

Ο κόσμος με ρωτάει γιατί εξακολουθούν να σε θεωρούν αυτό ή εκείνο, τον “Μάικλ Τζόρνταν της Ευρώπης”, έναν από τους καλύτερους Αμερικανούς όλων των εποχών. Γιατί εξακολουθούν να σε θαυμάζουν; Και πάντα τους λέω: εξαιτίας του τρόπου που τους έκανα να αισθάνονται. Το πώς κάνεις τον κόσμο, την κοινότητα, ακόμη και τον αντίπαλό σου να αισθάνεται».

«Θέλεις να σουτάρεις σαν τον Κάρι; Προπονήσου σαν τον Κάρι»

Αυτό είναι και το μήνυμα που επιχειρεί πλέον να μεταφέρει στις επόμενες γενιές.

«Έχουμε ένα σύνθημα στο πρόγραμμά μας. Λέγεται “Live it”. Αυτό σημαίνει ότι οτιδήποτε ονειρεύεσαι να γίνεις, πρέπει να εξασκείσαι στο να το ζεις κάθε ημέρα. Τι χρειάζεται για να είσαι ο καλύτερος σουτέρ, ο καλύτερος πασέρ, ο καλύτερος communicator; Πρέπει να το ζεις.

Αν πραγματικά λες ότι θέλεις κάτι, αυτό πρέπει να εκδηλώνεται στη ζωή σου κάθε ημέρα. Οι άνθρωποι γύρω σου πρέπει να μπορούν να το βλέπουν».

Και το τελικό μήνυμα του Ρίβερς ξεπερνά κατά πολύ τα όρια του μπάσκετ.